Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016

Παραμονή Πρωτοχρονιάς 1942/1943







Πρωτοχρονιά!


 Ασκελετούρα. Μεταφορά φρέσκου νερού και βρέξιμο των κατωφλίων των εισόδων του σπιτιού. Ευχές. Καλοτυχίσματα. Η «καλή χέρα». Ποδαρικά. Κ οι Γερμανοί. Χώρια η Εκκλησία κ η λειτουργιά…


Μελομακάρονα, Κουραμπιέδες, Αγιοβασιλόπιτες και τέτοια, ανύπαρχτα και παντελώς άγνωστα σ’ εμάς.


Πάνω σ’ αυτά έστεκε και πατούσε η πρωτοχρονιά των παιδιών του Χωριού μου κείνο τον καιρό. Ήταν στα 1942/1943. Ήμουν τότε στα έξι προς τα εφτά χρόνια της ζωής μου…


Την παραμονή έβρεχε. Το κρύο ήταν τσουχτερό. Είχαμε όμως πολλά ξύλα στην αυλή, που έφερνε ο Πατέρας μου.


- Βρέχει και κάνει κρύο. Δεν έχεις στραθιά πουθενά.


- Εγώ θέλω να πω τα κάλαντα!


- Θα μας τα πεις το βράδυ. Δε θα πας να διακονάσαι στσοι πόρτες των ανθρώπων…


Έκατσα στο τζάκι κοντά σ’ ένα σκαμνί από άρτυκα, που είχε φτιάσει ο Πατέρας μου για μένα. Η γάτα ήδη καθόταν κοντά στον πυρόμαχο προσποιούμενη πως κοιμάται.


Έπιασα τη μασά κι άρχισα να σκαλίζω τα κάρβουνα και τις στάχτες. Μια πολύ δυνατή βροντή με ξίπασε. Κ η γάτα τινάχτηκε και πετάχτηκε στη μέση του σπιτιού. Σαν αντιλήφτηκε ήσυχα τα πράματα, άπλωσε τα μπροστινά της πόδια και τεντώθηκε μια μπρος μια πίσω. Γύρισε πάλι και χουζούρεψε κοντά στον πυρόμαχο.


Πέρασε ώρα. Βαρέθηκα. Η Μάνα μου το κατάλαβε. Μου έφερε δυο συκομαϊδες  κ ένα μικρό βιβλίο.


- Να. Σ’ αυτή τη σελίδα διάβασε το τραγουδάκι. Αφού το μάθεις, έλα να μου το διαβάσεις και να μου πεις το νόημα.


- Δεν το διαβάζω! Εγώ θέλω να πάω να πω τα κάλαντα.


- Η ώρα βάνει τον κύρη σου να ‘ρθει και ξά σου…


Άφησε το βιβλιαράκι ανοιχτό στο μπαουλάκι του Πατέρα μου, που ήταν δίπλα στο τζάκι. Απομακρύνθηκε. Κάθισε κι άρχισε να καθαρίζει αγριόχορτα. Δε μου είπε τίποτε άλλο.


Άφησα και πέρασε κάμποση ώρα να ξεθυμάνω βουβά. Πήρα μετά το βιβλιαράκι. Στην αρχή το στριφογύριζα στα γόνατά μου. Υστερότερα προσπάθησα να διαβάσω τη σελίδα που μου υπέδειξε. Αυτή έγραφε:


 


«Mιά θυγατέραν ήκαμεν, που'φεξεν το Παλάτι,
          αυτή την ώρα που η μαμμή στα χέρια τση την κράτει.
     Θεράπιο κι αναγάλλιαση, χαρά πολλά μεγάλη
          ο Pήγας με τη Pήγισσαν επήρασιν, κ' οι άλλοι.
     Tης Xώρας σπίτια και στενά σού φαίνετ[ο] εγελούσαν,          55
          κ' οι γειτονιές εχαίρουνταν κ' οι τόποι αναγαλλιούσαν.

     Ήρχισε και μεγάλωνε το δροσερό κλωνάρι,
          και πλήθαινε στην ομορφιά, στη γνώση, και στη χάρη.
     Eγίνηκεν τόσο γλυκειά, που πάντοθ' εγρικήθη
          πως για να το'χου' θάμασμα στον Kόσμον εγεννήθη.
     Kαι τ' όνομά τση το γλυκύ το λέγαν Aρετούσα,          61
          οι ομορφιές τση ή[σα]ν πολλές, τα κάλλη τση ήσαν πλούσα.
     Xαριτωμένο θηλυκό τως το'καμεν η Φύση,
          και σαν αυτή δεν ήτονε σ' Aνατολή και Δύση.
     Όλες τσι χάρες κι αρετές ήτονε στολισμένη,          65
          ευγενική και τακτική, πολλά χαριτωμένη.
     K' ήτον και Bασιλιού παιδί, και Pήγα θυγατέρα,
          πόθο μεγάλον ήβανε στο γράμμα νύκτα-ημέρα.
     Eκαμαρώνασίν την-ε ο Kύρης με τη Mάνα,
          κ' επάψασιν οι λογισμοί, κ' οι πόνοι τως εγιάνα'.»


                                ( Β. Κορνάρος: «’Ρωτόκριτος», του 17ου  αιώνα, 1713 Βενετία Α’ έκδοση)


Ώσπου να ξαναδιαβάσω δεύτερη φορά το τραγουδάκι, άκουσα θόρυβο στην αυλή. «Θα γύρισεν ο Πατέρας μου»,  είπα μέσα μου. Παραίτησα πάνω στο μπαουλάκι το βιβλιαράκι, κ έτρεξα στην αυλή.


 Αυτός ήταν!  Κρεμούσε λιόφουντες στις δυο αίγες μας κι αχεροτάιζε τη γαϊδάρα μας.  Κάτω από την αναποδογυρισμένη κασόνα άκουσα τα ρίφια να έχουν αλαφιαστεί! Κατάλαβαν πως ήρθαν οι μανάδες τους!


Ο Πατέρας μου ανασήκωσε την κασόνα και τρία πανέμορφα ρίφια  ξεπετάχτηκαν κάτω από αυτή και τρέξανε  στις αίγες. Αρπάξανε τις ρόγες  κι άρχισαν να μπουστουλούν τις μουσταρές των μανάδων τους και να βυζαίνουν λαίμαργα κουνώντας ευχαριστημένα πέρα δώθε τα ουραδάκια τους.  Οι μανάδες τους σιγομπεμπέριζαν. Γύριζαν τα κεφάλια τους και τα μύριζαν από πίσω καθώς αυτά τις βύζαιναν. Έμοιαζαν ευτυχισμένες…   


- Μπαμπά, γιατί κουνούν τα ριφάκια συνέχεια τα ουραδάκια τους;


- Δείχνουν στις μανάδες τους τη χαρά  και την ευχαρίστησή τους που βρίσκουν και πίνουν γάλα...


Ύστερ’ από λίγη ώρα ο Πατέρας μου πήρε το μοναχό ρίφι της  καφετιάς αίγας και το πήγε από την άλλη της πλευρά και το έβαλε πάλι να βυζάνει.


- Γιατί το πήγες από την άλλη μπάντα;


- Για να πιει το γάλα κι από ‘κεί. Ν’ αδειάσει κι από τις δυο μπάντες τη μουσταρέ τση μάνας του. Αλλιώς θα μονορρογιάσει και θα χαλάσει η μουσταρέ τζη… Έμπα μέσα γιατ’ είναι κρυγιότη και θα ποντιάσεις.


- Όι, εγώ θα παίζω με τα ριφάκια…


Αυτά όμως, αφού ήπιαν το γάλα τους, άρχισαν να τρέχουν γύρω στην αυλή. Να πηδούν πάνω στα τοιχιά του πατητηριού. Να κυνηγούν το ‘να τ’ άλλο τους ασταμάτητα.


 Με τα πολλά έπιασα ένα κ ύστερα τ’ άλλα. Τα χάιδευα. Τους μιλούσα.  Πρόσεχα τα χρώματα της τριχιάς τους. Τα ονομάτιζα. Κανελί, Μαυρίτσα, Παρδαλό….


Πέρασε λίγη ώρα, ώσπου ο Πατέρας μου ήρθε πάλι. Σήκωσε την κασόνα και την μετατόπισε, για να στεγνώσει ο τόπος. Ύστερα έπιασε τα ρίφια και τα κούμνιασε πάλι κάτω από την μετατοπισμένη κασόνα…


- Αύριο πάλι. Είπε και μού ‘δειξε την πόρτα…


Ήτανε πρόσαργο. Η Μάνα μου ανέβαινε στην καρέκλα και τοποθετούσε μαξιλάρες στους φεγγίτες της πόρτας και του παραθύρου του σωχώρου.


Μετά το συσκοτισμό, άναψε το λίχνο. Οι καταχτητές απαγόρευαν το φωτισμό των σπιτιών κατά τις νύχτες. Έπρεπε λέει να μένομε στο σκοτάδι…


Φάγαμε αυγά σφουγκάτο με σινιάβρι,  βρούβες και πολύ λαδολέμονο. Σκόρδο για τον Πατέρα και φρέσκο κρεμμύδι για τη Μάνα μου. Το ψωμί μας έπεφτε λίγο. Κατά παραχώρηση το έτρωγα εγώ. Αν περίσσευε, έτρωγαν κ οι γονείς μου.


Αυτό το ψωμί προερχόταν από μιγαδερό αλεύρι. Σταρένιο και κρίθινο. Ήταν ζυμωμένο μαζί και με χαρουπάλευρο. Η αναλογία δεν ήταν σταθερή. Την καθόριζαν αστάθμητοι παράγοντες.  Αν είχε πολύ χαρουπάλευρο γινόταν μαύρο και σκληρό. Πιο γλυκό και περισσότερο δυσκοίλιο…


Μετά το φαγητό μαζευτήκαμε στο τζάκι. Εγώ είπα τα κάλαντα σωστά, γιατί τα μάθαινα μια βδομάδα!


- Μπράβο, μπράβο! Να ζήσεις. Και να μάθεις πολλά γράμματα! Είπαν οι γονείς μου.


- Φίλησε το χέρι του Πατέρα σου. Πρόσθεσε η Μάνα μου.


- Σηκώθηκ’ από το αρτυκένιο σκαμνάκι μου. Πήρα το βαρύ χέρι του Πατέρα μου και το φίλησα. Αυτός μ’ αγκάλιασε. Δεν είπε τίποτα. Αλλά τα  γαλανά του μάτια βούρκωσαν. Αυτά τα μάτια, που ήταν διαπεραστικά σαν μπάλες και σκληρά όπως το σίδερο…


Μού ‘βαλε στα χέρια  δυο καρύδια. Και γύρισα προς τη Μάνα μου. Ήταν όρθια πίσω μου. Χώθηκα στην αγκαλιά της κ αυτή με γέμισε φιλιά, καλόλογα και με φίλεψε κιοφτέρια…


Παραϋστερ’ άρχισε να μου λέει την ιστορία του Άι Βασίλη. Κάποια στιγμή όμως άνοιξε ξαφνικά η πόρτα του σωχώρου και να σου μέσα στο σπίτι δυο γερμανούς με αυτόματα! Τρόμαξα! Η Μάνα μου σηκώθηκε. Ο Πατέρας μου δεν κινήθηκε από τη θέση του. Το πρόσωπό του είχε αγριέψει και το βλέμμα του έγινε πάλι σκληρό, ατσαλένιο. Έτσι ακίνητος τους κοίταζε βλοσυρά!


Αυτοί μας κοίταξαν ψυχρά. Δεν είπαν λέξη. Προχώρησαν προς την απέναντι πόρτα του δωματίου. Άνοιξαν. Βγήκαν. Προχώρησαν. Άκουσα τη γαϊδάρα, που σηκώθηκε και ρουθούνισε ξαφνιασμένη κι αγριεμένη. Άνοιξαν την εξώπορτα, βγήκαν στη γρόττα και χάθηκαν στο σκοτάδι της νύχτας. Ο Πατέρας μου σηκώθηκε και πήγε να ελέγξει το φεύγα τους. Η


Μάνα μου έτρεμε…


- Φύγανε; Ψέλλισε η Μάνα μου με την επιστροφή του Πατέρα μου.


Αυτός απάντησε θετικά μ’ ένα κούνημα του κεφαλιού. Το στόμα του είχε κλειδώσει. Η Καρδιά του είχε πετρώσει. Η βραδιά μας χάλασε…


Ήταν σαν απόψε. Σαν αυτή την ώρα που το γράφω. Πριν εβδομήντα τέσσερα χρόνια!...


 


Έκαμα διάλειμμα.


 Βγήκα για λίγο έξω ν’ ανασάνω. Ο παγερός βοριάς κάλμαρε. Η θάλασσα ηρέμησε, όπως η Μάνα μου κείνη τη βραδιά. Τα σύννεφα μέριασαν. Άνοιξαν στον  ουρανό  παράθυρο, όπως οι ΝΑΖΙ την πόρτα του πατρικού μου κείνο το βράδυ.  Τα χιόνια στη Μαδάρα γυαλίζουν και μέσα στο σκοτάδι της  αφέγγαρης νύχτας, όπως τ’ αυτόματα των ΝΑΖΙ στο φως του λιχναριού. Η πόλη φωταγωγημένη! Όμως δεν ακούω χλαλοή. Μόνον ο φλοίσβος του ελαφρού κυματισμού της θάλασσας φτάνει στ’ αφτιά μου.


 Δεν ξεφαντώνει ο Κόσμος;! Σίγουρα όμως κάπου θα παίζουν κουμάρι. Παραμονή Πρωτοχρονιάς είναι! Ως κι αν μας κούρσεψαν σε κάποιους κάτι θ’ απόμεινε…


Δε μπορεί. Κάποιοι θα γλεντούν τη φτώχεια τους. Κάποιοι θα πανηγυρίζουν τα κέρδη τους. Κάποιοι θα νοσταλγούν τα παλιά. Κάποιοι θα κλαίνε τη μοίρα τους. Κάποιοι θα βλαστημούν την ώρα που γεννήθηκαν. Κάποιοι θα δοξάζουν το Θεό. Και κάποιοι θα συνεργάζονται με το Σατανά, για την τελική καταστροφή του Κόσμου…


Εγώ κάθομαι σ’ ένα κρεβάτι. Έχω μπροστά μου ένα εποχούμενο μικρό τραπέζι. Πάνω σ’ αυτό τον «κομπιούτερα»! Πατώ τα κομπιά κι αυτός αποτυπώνει στην οθόνη τη σκέψη μου.


Η γυναίκα μου κοιμάται στο διπλανό κρεβάτι.


Τα παιδιά και τα εγγόνια μου, ο Θεός να προστατεύει  και να ευλογεί όπου κι αν βρίσκονται…


 


Πριν κλείσω το θέμα έριξα μια ματιά στις ειδήσεις.


 Όχι, δε ξαφνιάστηκα. Ήταν μια, από τα ίδια.


 Οι ΝΑΖΙ και πάλι επιμένουν να έχουν το δικαίωμα να μπαίνουν στα σπίτια μας όποτε τους καπνίσει. Νύχτα – μέρα!  Μα σκόλη, μα καθημερινή! Όπως μπήκαν στο πατρικό μου το 1942/1943 σαν απόψε.


Ο Αράπης επιδιώκει την ανατροπή του Πούτιν πριν εγκαταλείψει το Λευκό οίκο ανοχής. Πάει να μπερδέψει τον Τράμπ σε περιπεπλεγμένη περιπλοκή, με παγκόσμιες επιπτώσεις και συνέπειες. Αυτό θα πει αδίσταχτος Εβραιοσιωνισμός.


Και, «τράμπα, τραμπαλίζομαι, πέφτω και τσακίζομαι»…


 Το Ισραήλ συμπεθέριασε με την Κύπρο κ η EXXON ανέλαβε την άντληση, διανομή, κ εμπορία του αερίου από ένα θαλασσινό …οικόπεδο της ΕΟΖ Κύπρου. Η υποθαλάσσια δεξαμενή, που εμπεριέχει το αέριο, πιθανό να εχτείνεται και να καλύπτ’ υπόγεια την έχταση και των υπολοίπων. Δε χρειάζεται λοιπόν να προχωρήσει σε σύμβαση, που να περιλαβαίνει περισσότερα του ενός οικόπεδα…


Ο Σουλτάνος, αναθεωρητής των Συνθηκών, εξακολουθεί να ζητά επίμονα και διεκδικητικά την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης! Γι’ αυτό προκαλεί στο Αιγαίο κάτω από τη μύτη του ΝΑΤΟ. Και πού ’ν’  το; Κάνει εξαγωγή της κακομοιριάς του κράτους του και της δικής του ελεεινότητας. Εκβιάζει και απειλεί να πλημμυρίσει την Ε.Ε. μετανάστες, αν αυτή δεν πλημμυρίσει την Τουρκία με δις ευρώ! Δηλαδή την τσέπη του…


Ωστόσο εμείς πνιγόμαστε στα χρέη και τρέμομε το Σόιμπλε και το  Μπλουμ!


 Ο Αλέξης πήγε …προσκυνητής στον Άγιο Τάφο, όπως ο Βενιζέλος στο Αρκάδι παραμονές της πτώσης του. Κ υπήρξε τόσο σημαντική η επίσκεψη αυτού του Εβραιοσιωνιστή Μασόνου, ώστε: Υστερ’ από 85 χρόνια, να επισκιάσει το ασήμαντο αυτό γεγονός του 1930, με την προκλητική και ξεκρέμαστη προβολή του,  τη Δόξα και το μεγαλείο του  ηρωικού, πατριωτικού και θρησκευτικού, γεγονότος του 1866 κατά τις τιμητικές επετειακές εκδηλώσεις της 150/ ετηρίδας…


Ο δε Αρχηγός(!) της Αξιωματικής αντιπολίτευσης, αντί να συμπαρίσταται στην από κοινού αντιμετώπιση των Ούννων Εβραιοσιωνιστών Μασόνων, τους παρέχει έμμεση στήριξη, και δεν έχει άλλο να πει, παρά την απαίτηση εκλογών εδώ και τώρα! Τίνος είναι γιος;!...


Αυτά. Αυτά, αγαπητοί μου. Και προσεύχομαι στο Θεό, να μην επιτρέψει να γίνουν χειρότερα…


Εύχομαι, και παρακαλώ το μόνο Αληθινό Θεό, η μέρα που θα ξημερώσει. ο καινούριος χρόνος.  ν’ αναστρέψει την υποβόσκουσα κατάσταση δυστυχίας. Να επαναφέρει ο Άγιος Θεός την ειρήνη, την αγάπη και την αλήθεια στη Γη. Στην Ελλάδα μας. Στα σπίτια μας. Στις οικογένειές μας. Και ν’ απομακρύνει τους φραγκοφονιάδες χρυσοκάνθαρους τοκογλύφους της Δύσης από τα συμφέροντα του Ελληνισμού. Εύχομαι να είστε υγιείς κ ευτυχισμένοι…


                                                                     31.12.2016, ώρα Ελλάδας 21.05΄.         


 


 


 


 


 


 


 


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου